Αιτωλική Συμπολιτεία

Οι πόλεις της αρχαίας Αιτωλίας Καλυδών, Πλευρών, Ώλενος, Χαλκίς, Πυλήνη, Κωνώπη, Λυσιμάχεια, Τριχώνιον, Φύταιον, Στράτος, Αγρίνιον, Θέρμος και άλλες μικρότερες, συγκροτούσαν το Κοινόν της Αιτωλίας. Η Α.Σ. δεν πήρε μέρος στους Περσικούς πολέμους, αργότερα όμως οι Αιτωλοί άσκησαν επιθετική πολιτική ή πολέμησαν συμμαχικά με άλλες ελληνικές πόλεις. Η δύναμή της αυξήθηκε με την κατάληψη της χώρας των Οζολών Λοκρών και των Φωκαέων και, αργότερα, με την προσάρτηση της Τεγέας. Στα 220-217 π.Χ. ξέσπασε πόλεμος μεταξύ της Α.Σ. και της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Τους Αχαιούς βοηθούσαν οι Σπαρτιάτες και οι Ηλείοι. Οι Αιτωλοί συμμάχησαν τότε με τους Ρωμαίους, αδιαφορώντας για τον γενικότερο κίνδυνο που αποτελούσαν για την Ελλάδα. Η συμμαχία μετατράπηκε σύντομα σε ουσιαστική ρωμαϊκή κατοχή που κράτησε 80 χρόνια. Όταν άρχισαν οι εμφύλιοι πόλεμοι στη Ρώμη, αποσύρθηκαν οι ρωμαϊκές φρουρές από την Αιτωλία, αλλά οι Αιτωλοί, που είχαν και οξύτατες εμφύλιες έριδες, δεν απαγκιστρώθηκαν τελείως από τους Ρωμαίους, αφού τάχθηκαν με το μέρος του Μάρκου Αντωνίου. Η ήττα του Μάρκου Αντωνίου σήμανε και το τέλος της Α.Σ., που οι οπαδοί του Οκτάβιου την παρέδωσαν στη διάθεση των Αχαιών. Η Α.Σ. στηριζόταν στην πλήρη ισοπολιτεία των μελών της και ο ανώτατος άρχοντάς της εκλεγόταν για έναν χρόνο στον Θέρμο, από συνέλευση 550 εκπροσώπων των πόλεων. Η συνέλευση λεγόταν Σύνοδος των Θερμικών. Η Α.Σ. έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της την εποχή των πολέμων κατά του Φιλίππου της Μακεδονίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συμπολιτεία — Μορφή συνένωσης δύο ή περισσότερων πόλεων στην αρχαία Ελλάδα, σημαντικότερες από τις οποίες ήταν η Αιτωλική και η Αχαϊκή. Η σ. παρουσίαζε αρκετές αντιστοιχίες προς τη σημερινή ομοσπονδία κρατών, και διάφερε από την αμφικτιονία και από το κοινόν.… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Αρχαιότητα) — ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (600000 1100 π.Χ.) Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, θεωρείται ότι η ζωή ξεκίνησε στον ελλαδικό χώρο από το 100 000 π.Χ. (Παλαιολιθική εποχή). Όμως, η χρονική περίοδος που ιστορικά παρουσιάζει εξαιρετικό… …   Dictionary of Greek

  • Λοκροί — Οι αρχαίοι κάτοικοι της Λοκρίδας. Όπως φαίνεται από τη γλώσσα τους, οι Λ. ήταν κράμα βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, που κατέβηκαν από τα Β και έφτασαν μέχρι την οροσειρά της Πίνδου. Εκεί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία, αφού ακολούθησε τη… …   Dictionary of Greek

  • πάτρα — Πόλη της Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του νομού Αχαΐας της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Ο δήμος Πατρέων περιλαμβάνει, εκτός από τον ομώνυμο δήμο, και τις κοινότητες Ελικίστρας, Μοίρας και Σουλίου. Τρίτη πόλη της Ελλάδας από άποψη πληθυσμού, μετά την… …   Dictionary of Greek

  • πόλη-κράτος — Ιδιότυπη μορφή κράτους που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Φαίνεται πλέον εξακριβωμένο ότι οι πρώτες πόλεις κράτη εμφανίστηκαν στις ακτές της Μικράς Ασίας, όπου για λόγους άμυνας οι πρώτοι Έλληνες άποικοι οργανώθηκαν σε στερεές αμυντικές θέσεις …   Dictionary of Greek

  • Πύρρος — I Όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. 1. Όνομα που έδιναν στον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα. 2. Βασιλιάς στην Ήλιδα, που είχε διαδεχτεί στον θρόνο τον αδελφό του Δαμοφώντα. Tην εποχή του, το 580 π.Χ., η Πίσα, στην οποία βασίλευε, ήταν… …   Dictionary of Greek

  • δωρίς — I Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος. Από τον γάμο της με τον Νηρέα απέκτησε πενήντα κόρες, τις Νηρηίδες, οι οποίες ονομάζονταν και Δωρίδες. II Ονομασία δύο περιοχών κατά την αρχαιότητα. 1. Μικρή… …   Dictionary of Greek

  • καλλίπολις — Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Πόλη της ανατολικής Θράκης, στο στόμιο του Ελλησπόντου προς την Προποντίδα, στη θέση της σημερινής τουρκικής πόλης Γκελιμπολού. Όταν οι Δόλογγοι, κάτοικοι της θρακικής χερσονήσου, ζήτησαν οδηγίες από το Μαντείο των… …   Dictionary of Greek

  • πυρρός — I Όνομα μυθολογικών και ιστορικών προσώπων. 1. Όνομα που έδιναν στον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα. 2. Βασιλιάς στην Ήλιδα, που είχε διαδεχτεί στον θρόνο τον αδελφό του Δαμοφώντα. Tην εποχή του, το 580 π.Χ., η Πίσα, στην οποία βασίλευε, ήταν… …   Dictionary of Greek

  • συμμαχικός — ή, ό / συμμαχικός, ή, όν, ΝΜΑ, και αττ. τ. ξυμμαχικός, ή, όν, Α [σύμμαχος / συμμαχία] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους συμμάχους ή στη συμμαχία 2. φρ. α) «συμμαχικά νομίσματα» αρχαιολ. κοινά νομίσματα που κόβονταν και χρησιμοποιούνταν από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.